Του Πάρι Μπίλλια,
Αντιπεριφερειάρχη Υποδομών και Δικτύων Κεντρικής Μακεδονίας
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται για άλλη μια φορά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Το ζήτημα της ανάπλασης του εκθεσιακού κέντρου, της ΔΕΘ, δεν είναι απλώς μια πολεοδομική παρέμβαση. Είναι το τεστ ωριμότητας μιας πόλης που συχνά εγκλωβίζεται ανάμεσα σε μεγαλόπνοα σχέδια και τη στασιμότητα που προκαλεί ο διχασμός. Το τρέχον σχέδιο ανάπλασης δεν προέκυψε ξαφνικά. Αποτελεί προϊόν μιας μακράς θεσμικής διαδρομής, έχοντας λάβει εγκρίσεις από διαδοχικές κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων: Από τον Γιώργο Παπανδρέου, από τη συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, μέχρι την υιοθέτηση του Ειδικού Χωρικού Σχεδίου από την κυβέρνηση Τσίπρα και βεβαίως την τωρινή υλοποίηση από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτή η, σπάνια είναι αλήθεια, πολιτική συνέχεια, υπογραμμίζει τη στρατηγική σημασία του έργου.
Είναι βεβαίως σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η κριτική που ασκήθηκε από φορείς και συλλογικότητες λειτούργησε γόνιμα. Το αρχικό πλάνο βελτιώθηκε αισθητά. Η κατάργηση του ξενοδοχείου και του επιχειρηματικού κέντρου, άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία ενός μητροπολιτικού πάρκου, 120 στρεμμάτων, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης. Με δυο λόγια, το αίτημα για περισσότερο πράσινο, αίτημα το οποίο αποτέλεσε τον πυρήνα των αντιδράσεων, ικανοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Υπό αυτό το πρίσμα, η εμμονή σε περαιτέρω καθυστερήσεις ή η επίκληση αμφισβητήσιμων διαδικασιών, όπως ένα δημοψήφισμα που δεν διασφαλίζει τη θεσμική θωράκιση του αποτελέσματος, κινδυνεύει να ακυρώσει την πρόοδο που έχει συντελεστεί, κινδυνεύει να ακυρώσει το ίδιο το έργο.
Η εμπειρία από τον σταθμό Βενιζέλου του Μετρό, μας δίδαξε ότι η ανάδειξη της ιστορίας και ο εκσυγχρονισμός μπορούν να
συμβαδίσουν χωρίς εντάσεις, αρκεί να υπάρχει βούληση για σύνθεση. Στην περίπτωση της ΔΕΘ, ο κίνδυνος του τέλματος είναι υπαρκτός. Κάθε μέρα καθυστέρησης απαξιώνει το εκθεσιακό προϊόν, στερώντας από την πόλη έναν ζωτικό οικονομικό πνεύμονα, ο οποίος δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Ταυτόχρονα, αντιθέτως με τις ελπίδες που έχουν όσοι τάσσονται υπέρ του δημοψηφίσματος, η καθυστέρηση απομακρύνει τη δημιουργία και του πάρκου. Την ίδια ώρα, η πρόνοια να αναλάβει η ίδια η ΔΕΘ το κόστος
συντήρησης και λειτουργίας του πάρκου είναι κομβικής σημασίας. Η εμπειρία ανάλογων χώρων στην Αθήνα δείχνει ότι χωρίς
συγκεκριμένο φορέα διαχείρισης, οι χώροι πρασίνου μετατρέπονται γρήγορα σε εστίες εγκατάλειψης και παραβατικών στοιχείων. Στη Θεσσαλονίκη μας δίνεται η δυνατότητα να το αλλάξουμε αυτό.
Παράλληλα με το πράσινο, η αισθητική, ουσιαστική αναβάθμιση του Βελλίδειου Συνεδριακού Κέντρου, αλλά και ο σεβασμός στα αποτελέσματα του διεθνούς αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, πρέπει να αποτελέσουν αδιαπραγμάτευτες προτεραιότητες για μια ριζική και σύγχρονη ανακατασκευή του Διεθνούς Εκθεσιακού Κέντρου. Η Θεσσαλονίκη δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει άλλο ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Στόχος μας πρέπει να είναι η «κοινή συνισταμένη». Η ανάπλαση της ΔΕΘ προσφέρει τη δυνατότητα να αποκτήσει η πόλη και ένα σύγχρονο εκθεσιακό κέντρο και έναν μεγάλο πνεύμονα πρασίνου. Είναι ώρα να περάσουμε από τη θεωρία και τη διαβούλευση στην τροχιά της υλοποίησης, πριν η ευκαιρία χαθεί οριστικά.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Πολιτική” στις 21-03-2025





